Skip to content Skip to footer

ΣχολικΟς εκφοβισμΟς

Σε περιστατικά εκφοβισμού, εντός ή κι εκτός σχολείου, πέρα από το άτομο που ασκεί την εκφοβιστική συμπεριφορά («θύτης») και το άτομο που την δέχεται («θύμα»), υπάρχουν και τα άτομα που είναι μάρτυρες των εκφοβιστικών επεισοδίων – οι λεγόμενοι «παρατηρητές». Έρευνες σε ολόκληρη την Ευρώπη έχουν δείξει ότι η στάση που θα κρατήσουν οι παρατηρητές μπορεί δυνητικά να βοηθήσει στην πρόληψη αλλά και στην καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού.

Ας ξεκινήσουμε πρώτα ορίζοντας τον «σχολικό εκφοβισμό». Ως σχολικός εκφοβισμός ορίζεται κάθε είδους βίας, φανερής ή και συγκεκαλλυμένης, έχει στόχο να βλάψει το μαθητή που την δέχεται και επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, έχει δηλαδή και διάρκεια στο χρόνο. Η βία αυτή μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Περιληπτικά, μπορεί να πρόκειται για σωματικό εκφοβισμό (κλωτσιές, χτυπήματα, σπρωξίματα κ.ά.), για λεκτικό εκφοβισμό (προσβλητικές εκφράσεις, μειωτικοί χαρακτηρισμοί, βρισιές κ.ά.) ή για συναισθηματικό εκφοβισμό (περιθωριοποίηση από την ομάδα συνομηλίκων, απόρριψη στην τάξη ή στα διαλείμματα κ.α.). Συμμετέχοντες στον σχολικό εκφοβισμό είναι συνήθως ο μαθητής που ασκεί τη βία, ο μαθητής που τη δέχεται και μια ομάδα μαθητών «παρατηρητών» που βρίσκονται μπροστά στο περιστατικό.

Εστιάζοντας λοιπόν στους μαθητές «παρατηρητές», μπορούμε αδρά να ξεχωρίσουμε τρεις κατηγορίες:

Στην πρώτη κατηγορία έχουμε τους μαθητές που ενισχύουν την εκφοβιστική συμπεριφορά (ενισχυτές). Αυτό μπορεί να γίνει επαναλαμβάνοντας ό,τι κάνει ή λέει το άτομο που ξεκινά να εκφοβίζει, γελώντας με όσα γίνονται, ή και απλά παραμένοντας δίπλα σε αυτόν που εκφοβίζει.

Στη δεύτερη κατηγορία έχουμε τους μαθητές που παρακολουθούν το περιστατικό και δεν αντιδρούν καθόλου ή φεύγουν μακριά από το σημείο που λαμβάνει χώρα (αμέτοχοι). Αυτοί οι μαθητές μπορεί να αισθάνονται ότι δεν είναι ικανοί ή ασφαλείς να παρέμβουν. Μπορεί να αισθάνονται ότι μια παρέμβασή τους δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα ή ότι μπορεί και να γίνουν οι ίδιοι στόχοι, αν παρέμβουν. Επίσης, μπορεί να μην έχουν καμία συναισθηματική σύνδεση με το «θύμα» ή με το «θύτη» και αυτό τους δημιουργεί σύγχυση για το πώς να αντιδράσουν.

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία έχουμε τους μαθητές που υπερασπίζονται ενεργά το μαθητή που εκφοβίζεται (υπερασπιστές), δηλαδή αντιδρούν ή μιλούν για να σταματήσουν το «θύτη» και για να υπερασπιστούν το «θύμα». Οι υπερασπιστές τείνουν να είναι οι μαθητές θα αναζητήσουν πιο εύκολα βοήθεια για το παιδί που δέχεται βία μέσω των άλλων συνομηλίκων τους, των γονέων και των εκπαιδευτικών. Συναισθηματικά, οι υπερασπιστές μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου και συναισθανθούν το «θύμα» (πχ. παρόμοια συναισθήματα άγχους, ντροπής, φόβου).

Οι παρατηρητές επηρεάζονται ψυχοσυναισθηματικά από το περιστατικό που έχουν μπροστά τους.

Το πως θα αντιδράσει κάποιος ως παρατηρητής εκφοβισμού εξαρτάται από την κοινωνική, ψυχοσυναισθηματική και γνωστική του ωρίμανση. Άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση και εμπιστοσύνη στις ικανότητες τους, τείνουν να είναι πιο ενεργοί στο να υπερασπιστούν κάποιον που πλήττεται. Άτομα με χαμηλή αυτοεικόνα, επιθυμούν έντονα να είναι αποδεκτά από τον κοινωνικό τους περίγυρο και τείνουν να υποστηρίζουν το «θύτη» είτε σιωπηλά είτε σπανιότερα εκφοβίζοντας και οι ίδιοι. Ένας ακόμη παράγοντας που επηρεάζει την στάση του παρατηρητή είναι το αν έχει καλλιεργήσει φιλική σχέση με το «θύμα» ή το «θύτη».

Το σχολικό πλαίσιο έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει τα περιστατικά εκφοβισμού, προάγοντας μια κουλτούρα υποστήριξης, σεβασμού και συνεργασίας. Το σχολείο μπορεί δηλαδή να δίνει προτεραιότητα στην διερεύνηση και στην ενθάρρυνση των μοναδικών ικανοτήτων των μαθητών, βοηθώντας τους να έχουν μια θετική αυτοεικόνα και να νιώθουν υποστηριγμένοι. Με αυτόν τον τρόπο, καλλιεργείται στους μαθητές και ένα αίσθημα σεβασμού και ασφάλειας, παράγοντες καθοριστικοί για το πως μπορεί να δράσουν βρισκόμενοι μπροστά σε περιστατικά εκφοβισμού. Παράλληλα, το σχολείο μπορεί να ενισχύει τις συνεργατικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ συνομηλίκων και τη συνεργατική επίλυση προβλημάτων μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών και γονέων. Έτσι, προάγονται οι σχέσεις μεταξύ των συμμαθητών και διευκολύνεται και η κοινοποίηση περιστατικών βίας από τους μαθητές προς τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς τους. 

Επιπλέον, η ύπαρξη ξεκάθαρων κανόνων σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό, η ύπαρξη ξεκάθαρου πλάνου δράσης για περιστατικά βίας και η διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών μπορούν να οικοδομήσουν ένα σχολείο χωρίς εκφοβισμό.

Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθεί και η επίδραση του οικογενειακού πλαισίου–ξεκινώντας ήδη από τις μικρές ηλικίες– καθώς και οι φίλοι κι ο κοινωνικός περίγυρος όσο τα παιδιά πλησιάζουν και εισέρχονται στην εφηβεία. Η ύπαρξη ενός περιβάλλοντος, από την οικογένεια ή από άλλα παιδιά, όπου επικρατεί αρνητική συναισθηματική έκφραση, συγκρούσεις ή και βία είναι παράγοντας που ωθεί ένα παιδί στο να συμπεριφέρεται και να επιβάλλεται με ανάλογους τρόπους.

Τα παιδιά μπορούν να καλλιεργήσουν ενσυναίσθηση και υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις εφόσον οι γονείς ακούνε με ενδιαφέρον και δίχως επίκριση τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς τους. Τέλος, έχοντας τακτική επικοινωνία και συνεργατική διάθεση με τους εκπαιδευτικούς και τους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή του παιδιού, οι γονείς διασφαλίζουν ότι τα παιδιά νιώθουν πλαισιωμένα και φροντισμένα.